HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ομο-

Φράση CEFR B1
ˈomo

Ορισμοί

  1. πρώτο συνθετικό λέξεων, δηλωτικό κοινής δράσης ή κοινού χαρακτηριστικού, ομοιότητας
  2. ομοβροντία
  3. ομογάλακτος
  4. ομόγλωσσος
  5. ομόδοξος
  6. ομοεθνής
  7. ομοειδής
  8. ομόηχος
  9. ομόθρησκος
  10. ομοθυμία
  11. ομολογία
  12. ομόνοια
  13. ομοούσιος
  14. ομοπάτριος
  15. όμορος
  16. ομόρριζος
  17. ομοσπονδία
  18. ομότεχνος
  19. ομότράπεζος
  20. ομοφυλόφιλος
  21. ομόφωνος
  22. ομοψυχία
  23. ομώνυμος

Ισοδύναμα

Englishhomo-
Españolhomo-
Françaishomo-
12 more languages
Catalàhomo-
Češtinahomo-
Deutschhomo-
Suomihomo-
Galegohomo-
Bahasa Indonesiahomo-
Latviešuhomo-
Polskihomo-izo-
Portuguêshomo-
Русскийгомо-
Svenskahomo-
Türkçehomo-

Παραδείγματα

ομο- (omo-) + χρόνος (chrónos, “time, year”) → ομόχρονος (omóchronos, “simultaneous”)”
ομο- (omo-) + βρόντος (vróntos, “crash, thunder”) → ομοβροντία (omovrontía, “fusillade, volley”)”
ομο- (omo-) + φύλο (fýlo, “gender, sex”) → ομοφυλόφιλος (omofylófilos, “homosexual”)”
ομο- (omo-) + λόγος (lógos, “speech, reason”) → ομόλογος (omólogos, “counterpart”)”
ομο- (omo-) + είδος (eídos, “kind, type”) → ομοειδής (omoeidís, “uniform”)”
ομο- (omo-) + ουσία (ousía, “essence, substance”) → ομοούσιος (omooúsios, “consubstantial”)”
ομο- (omo-) + φωνή (foní, “voice”) → ομοφωνία (omofonía, “unanimity”)”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ομο- σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free