HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ομογένεια

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2
o.moˈʝe.ni.a

Ορισμοί

  1. το να είναι κάποιος ομογενής, η ιδιότητα του ομογενούς
  2. οι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού που έχουν ελληνική καταγωγή

Ισοδύναμα

Españolhomogeneidad
21 more languages

Παραδείγματα

“«Πλάτη» για τη στήριξη της Ελλάδας στον κρίσιμο τομέα του τουρισμού βάζει η ομογένεια σε Αμερική, Αυστραλία, Καναδά και Ευρώπη, με μια δίμηνη καμπάνια η οποία προτρέπει τα επτά εκατομμύρια συμπατριωτών μας να κάνουν φέτος διακοπές στη χώρα μας μαζί με τους φίλους τους. (*)”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ομογένεια σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free