Meaning of ομογένεια | Babel Free
/o.moˈʝe.ni.a/Ορισμοί
- το να είναι κάποιος ομογενής, η ιδιότητα του ομογενούς
- οι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού που έχουν ελληνική καταγωγή
Ισοδύναμα
English
Homogeneity
Παραδείγματα
“«Πλάτη» για τη στήριξη της Ελλάδας στον κρίσιμο τομέα του τουρισμού βάζει η ομογένεια σε Αμερική, Αυστραλία, Καναδά και Ευρώπη, με μια δίμηνη καμπάνια η οποία προτρέπει τα επτά εκατομμύρια συμπατριωτών μας να κάνουν φέτος διακοπές στη χώρα μας μαζί με τους φίλους τους. (*)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.