οκαρίνα
Ορισμοί
μικρό πνευστό όργανο, συνήθως πήλινο (από τερακότα) ή μεταλλικό, ωοειδούς σχήματος, με τρύπες που ανοιγοκλείνουν με τα δάχτυλα.
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free