HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of οιδιπόδειος | Babel Free

Adjective CEFR C1
/i.ðiˈpo.ði.os/

Ορισμοί

  1. ο σχετικός με τον Οιδίποδα
  2. ο σχετικός με το οιδιπόδειο σύμπλεγμα της ψυχαναλυτικής θεωρίας του Φρόιντ, για την σεξουαλική έλξη που νιώθει αλλά καταπνίγει ο γιος για την μητέρα και που το αντίστοιχο στις κόρες προς τον πατέρα θεωρείται ότι είναι το σύμπλεγμα της Ηλέκτρας (το οιδιπόδειο και ως ουσιαστικό)

Παραδείγματα

“Οιδιπόδειο δράμα”
“οιδιπόδεια σχέση, οιδιπόδειος δεσμός”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See οιδιπόδειος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course