Meaning of οιδιπόδειος | Babel Free
/i.ðiˈpo.ði.os/Ορισμοί
- ο σχετικός με τον Οιδίποδα
- ο σχετικός με το οιδιπόδειο σύμπλεγμα της ψυχαναλυτικής θεωρίας του Φρόιντ, για την σεξουαλική έλξη που νιώθει αλλά καταπνίγει ο γιος για την μητέρα και που το αντίστοιχο στις κόρες προς τον πατέρα θεωρείται ότι είναι το σύμπλεγμα της Ηλέκτρας (το οιδιπόδειο και ως ουσιαστικό)
Παραδείγματα
“Οιδιπόδειο δράμα”
“οιδιπόδεια σχέση, οιδιπόδειος δεσμός”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.