HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of οδοντό- | Babel Free

Phrase CEFR B1
/oðonˈdo/

Ορισμοί

  1. πρώτο συνθετικό που δείχνει ότι η σύνθετη λέξη
  2. έχει σχέση με τα δόντια, ανήκει σ’ αυτά, αναφέρεται σ’ αυτά ή είναι κατάλληλη γι’ αυτά
  3. έχει σχέση με τους οδοντικούς φθόγγους (στην προφορά)
  4. χρησιμοποιείται για την ονομασία κάποιου ζώου που έχει κάποιο χαρακτηριστικό με τα δόντια του

Ισοδύναμα

English odonto-

Παραδείγματα

“οδοντο- (odonto-) + ιατρός (iatrós, “doctor”) → οδοντίατρος (odontíatros, “dentist”)”
“οδοντο- (odonto-) + πάστα (pásta, “paste”) → οδοντόπαστα (odontópasta, “toothpaste”)”
“οδοντο- (odonto-) + κρέμα (kréma, “cream”) → οδοντόκρεμα (odontókrema, “toothpaste”)”
“οδοντο- (odonto-) + βούρτσα (voúrtsa, “brush”) → οδοντόβουρτσα (odontóvourtsa, “toothbrush”)”
“οδοντο- (odonto-) + στοίχος (stoíchos, “line, order”) → οδοντοστοιχία (odontostoichía, “dentition, dentures”)”
“οδοντο- (odonto-) + -φόρος (-fóros, “-ed, -bearing”) → οδοντοφόρος (odontofóros, “toothed”)”
“οδοντοφυία, οδοντόπαστα, οδονταλγία”
“χειλοδοντικός φθόγγος”
“οδοντόγναθο ζώο”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See οδοντό- used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course