Meaning of οδοντό- | Babel Free
/oðonˈdo/Ορισμοί
- πρώτο συνθετικό που δείχνει ότι η σύνθετη λέξη
- έχει σχέση με τα δόντια, ανήκει σ’ αυτά, αναφέρεται σ’ αυτά ή είναι κατάλληλη γι’ αυτά
- έχει σχέση με τους οδοντικούς φθόγγους (στην προφορά)
- χρησιμοποιείται για την ονομασία κάποιου ζώου που έχει κάποιο χαρακτηριστικό με τα δόντια του
Ισοδύναμα
English
odonto-
Παραδείγματα
“οδοντο- (odonto-) + ιατρός (iatrós, “doctor”) → οδοντίατρος (odontíatros, “dentist”)”
“οδοντο- (odonto-) + πάστα (pásta, “paste”) → οδοντόπαστα (odontópasta, “toothpaste”)”
“οδοντο- (odonto-) + κρέμα (kréma, “cream”) → οδοντόκρεμα (odontókrema, “toothpaste”)”
“οδοντο- (odonto-) + βούρτσα (voúrtsa, “brush”) → οδοντόβουρτσα (odontóvourtsa, “toothbrush”)”
“οδοντο- (odonto-) + στοίχος (stoíchos, “line, order”) → οδοντοστοιχία (odontostoichía, “dentition, dentures”)”
“οδοντο- (odonto-) + -φόρος (-fóros, “-ed, -bearing”) → οδοντοφόρος (odontofóros, “toothed”)”
“οδοντοφυία, οδοντόπαστα, οδονταλγία”
“χειλοδοντικός φθόγγος”
“οδοντόγναθο ζώο”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.