οδηγήθηκε
Ορισμοί
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οδηγούμαι
Παραδείγματα
“Ο τουρίστας οδηγήθηκε λανθασμένα στο κτίριο.”
The tourist was led wrongly to the building.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free