ογδοντάρα
Ορισμοί
- γυναίκα ηλικίας περίπου ογδόντα χρονών
- ένα σύνολο από ογδόντα ομοειδή πράγματα, πχ 80€
Παραδείγματα
“Πόσο να κάνει ένας καλός εκτυπωτής; Δε θα κάνει καμιά ογδοντάρα;”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free