HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ξύλωση | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. ο ξύλινος σκελετός ενός οικοδομήματος ή (κατ’ επέκταση) οποιαδήποτε άλλη κατασκευή από ξύλο (σε οικοδομή, πλεούμενο κ.λπ.)
  2. ξύλινη επένδυση

Παραδείγματα

“※ Παρῆλθον δέκα λεπτὰ τῆς ὥρας, καὶ γενναῖον πετροβόλημα ἤρχισε νὰ δέρνῃ τὴν στέγην, τὰς ξυλώσεις, καὶ τὰς δοκοὺς τοῦ ἀφατνώτου πατώματος τῆς ἐρήμου οἰκίας. Πολλοὶ λίθοι, μὲ ὑπόκωφον δοῦπον, διερχόμενοι διὰ τῶν δοκῶν, καὶ ἄλλοι διὰ τῆς θύρας ἔπιπτον εἰς τὸ ἔδαφος τοῦ ἰσογείου. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Της κοκόνας το σπίτι)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ξύλωση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course