Meaning of ξύλωση | Babel Free
Ορισμοί
- ο ξύλινος σκελετός ενός οικοδομήματος ή (κατ’ επέκταση) οποιαδήποτε άλλη κατασκευή από ξύλο (σε οικοδομή, πλεούμενο κ.λπ.)
- ξύλινη επένδυση
Παραδείγματα
“※ Παρῆλθον δέκα λεπτὰ τῆς ὥρας, καὶ γενναῖον πετροβόλημα ἤρχισε νὰ δέρνῃ τὴν στέγην, τὰς ξυλώσεις, καὶ τὰς δοκοὺς τοῦ ἀφατνώτου πατώματος τῆς ἐρήμου οἰκίας. Πολλοὶ λίθοι, μὲ ὑπόκωφον δοῦπον, διερχόμενοι διὰ τῶν δοκῶν, καὶ ἄλλοι διὰ τῆς θύρας ἔπιπτον εἰς τὸ ἔδαφος τοῦ ἰσογείου. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Της κοκόνας το σπίτι)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.