Meaning of ξω- | Babel Free
Ορισμοί
αʹ συνθετικό που προσδίδει στο βʹ συνθετικό της σύνθετης λέξης τη σημασία του έξω ή επιφανειακά
Παραδείγματα
“ξωκλήσι, ξώδερμα”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.