ξεχύνω
Ορισμοί
- πλημμυρίζω με κάτι
- βγάζω από μέσα μου με ορμή
Παραδείγματα
“...Βλέπω τη θέληση της νύχτας να ξεχύνει τ' άστρα - Τη θέληση της μέρας να κορφολογάει τη γη (Οδυσσέας Ελύτης, Σώμα του καλοκαιριού)”
“Ξανοίγει γλήγορο άλογο στήν άκρη από τον κάμπο. Γλυστράει στό χιόνι το στρωτό, σαν η αστραπή στά νέφια. Κ' ένα ψηλό χλημίντρισμα βολαίς-βολαίς ξεχύνει”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free