Meaning of ξεφορτώνω | Babel Free
/kse.foɾˈto.no/Ορισμοί
-
βγάζω από κάποιο μεταφορικό μέσο το φορτίο του transitive
-
απαλλάσσω κάποιον, μερικά ή συνολικά, από το υλικό φορτίο που κουβαλάει transitive
-
απαλλάσσομαι από κάτι που με ενοχλεί, που το θεωρώ βάρος υλικό ή ψυχικό intransitive
Ισοδύναμα
English
discharge
Παραδείγματα
“ευτυχώς που με βοήθησε και ξεφορτώσαμε γρήγορα το αμάξι γιατί δεν θα προλάβαινα να πάω έγκαιρα στη δουλειά”
“προσπαθούσα τρεις βδομάδες να ξεφορτωθώ από αυτές τις μετοχές”
“είχα ξεφορτωθεί το δύο καρό στην προηγούμενη γύρα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.