Ορισμοί
-
απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξερνάω, ξερνώ
-
γ΄ πρόσωπο ενικού του εξαρτημένου τύπου του ρήματος ξερνάω, ξερνώ
-
γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξερνάω, ξερνώ
-
θα ξεράσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ξερνάω, ξερνώ
Παραδείγματα
“Ένιωσε την ανάγκη να ξεράσει από τη ζέστη.”
He felt the urge to vomit from the heat.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο
Δείτε τη λέξη ξεράσει σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.
Ξεκινήστε δωρεάν
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing.
Collaborate with Babel Free