HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ξεκολλώ | Babel Free

Verb CEFR B1
/kse.koˈlo/

Ορισμοί

  1. αποκολλώ, αποσπώ ένα αντικείμενο από την επιφάνεια πάνω στην οποία ήταν κολλημένο
    transitive
  2. αποσπώμαι από την επιφάνεια πάνω στην οποία με είχαν κολλήσει
    intransitive
  3. απομακρύνομαι από μια συναναστροφή ή διακόπτω μια δραστηριότητα
    figuratively, intransitive
  4. ξεκολλιέμαι κυρίως στους παρελθοντικούς χρόνους για αντικείμενα, όπως ξεκολλήθηκε αντί ξεκόλλησε για κάτι που αποσπάσθηκε με βία ή πάντως με πρόθεση και δεν αποκολλήθηκε τυχαία ή από φθορά μόνο του
    vulgar

Παραδείγματα

“ξεκόλλα επιτέλους από τον υπολογιστή σου να πάμε καμιά βόλτα”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ξεκολλώ used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course