Σημασία του ξεβγαίνω | Babel Free
Ορισμοί
- βγαίνω έξω
- απαλάσσομαι από κάτι, συνήθως από μια υποχρέωση
-
ανεξαρτητοποιούμαι, χειραφετούμαι figuratively
-
παίρνω κακό δρόμο, συνήθως αναφέρεται σε γυναίκες rare
Παραδείγματα
“Ό Αντρέας ξεβγήκε πρώτος άπ' τον κρυψώνα μέ τίς ιτιές. (Σπύρος Πλασκοβίτης)”
“Τό μικροαστικό κορίτσι ξεβγήκε στήν αρχή πρός μιά κατεύθυνση, τή δασκαλωσύνη. Επειτα ὅμως μπηκε μὲ θάρρος καὶ στὸ Υπουργείο καὶ στὸ γραφείο καὶ στην Τράπεζα καὶ παντού ὅπου της ανοίγεται η πόρτα της τίμιας δουλειας. (Δημήτρης Γληνός)”
“βγήκε στη ρούγα... ξεβγήκε”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free