Meaning of ξέσμα | Babel Free
/ˈkse.zma/Ορισμοί
- οτιδήποτε έχει ξυστεί ή σβηστεί
-
τμήμα ιστού του ανθρώπινου σώματος το οποίο αφαιρείται με απόξεση especially
Παραδείγματα
“※ Με την έγγραφη συγκατάθεση των γονιών των παιδιών που συμμετείχαν στη μελέτη συλλέχθηκε ξέσμα από την περιοχή της βλάβης από το οποίο απομονώθηκε γενετικό υλικό του ιού HPV προκειμένου να γίνει η ταυτοποίηση.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.