ξάφνιασες
Ορισμοί
β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαφνιάζω
Παραδείγματα
“Με ξάφνιασες όταν εμφανίστηκες ξαφνικά πίσω μου.”
You startled me when you suddenly appeared behind me.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free