ντουκιάνι
Ορισμοί
κατάστημα, όπως παντοπωλείο, καφενείο, εμπορικοβιοτεχνικό κατάστημα
Cretan
Παραδείγματα
“※ Χαρακτηριστικό ἦταν κι ἕνα αὐτοσχέδιο τρίστιχο μέ τό ὁποῖο οἱ Μοναστηρακιανοί σατίριζαν τούς Κρητικούς : τό γουδί λένε χαβάνι , τό πάπλωμα γιοργάνι καί τό μαγαζί ντουκιάνι (Θωμάς Κοροβίνης, Σμύρνη: μια πόλη στη λογοτεχνία, εκδ. Μεταίχμιο, 2006, σελ. 505)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free