HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ντεσιμπέλ

Ουσιαστικό CEFR B2

Ορισμοί

  1. μονάδα μέτρησης της σχέσης των μέτρων (διαφοράς στάθμης) δύο φυσικών μεγεθών ίση με το ένα δέκατο της μονάδας μπελ
  2. μονάδα μέτρησης της (στάθμης της) ηχητικής πίεσης ενός ήχου με αναφορά την ηχητική πίεση του κατωφλίου ακοής 20 μικροπασκάλ (20 μPa), ίση με το εικοσαπλάσιο του δεκαδικού λογαρίθμου του λόγου της ηχητικής πίεσης του υπόψη ήχου προς 20 μPa

Ισοδύναμα

EnglishDecibel
Españoldecibelio
Françaisdécibel
14 more languages
Češtinadecibel
DeutschDezibel
Galegodecibelio
Magyardecibel
Italianodecibel
日本語デシベル
한국어데시벨
Latviešudecibels
Nederlandsdecibel
Polskidecybel
Portuguêsdecibel
Русскийдецибел
Türkçedesibel

Παραδείγματα

“σύμβολο: dB”
“Όταν πρόκειται για δύο ενεργειακά μεγέθη π.χ. ενέργεια, ισχύς, ένταση) η διαφορά στάθμης τους σε ντεσιμπέλ είναι ίση με το δεκαπλάσιο του δεκαδικού λογαρίθμου του λόγου των μέτρων τους. Όταν πρόκειται για δύο πεδιακά μεγέθη (π.χ. πλάτος, τάση, ρεύμα) η διαφορά στάθμης τους σε ντεσιμπέλ είναι ίση με το εικοσαπλάσιο του δεκαδικού λογαρίθμου του λόγου των μέτρων τους.”
“Διπλασιασμός ενός ενεργειακού μεγέθους σημαίνει αύξηση της στάθμης του κατά τρία ντεσιμπέλ (3 dB).”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ντεσιμπέλ σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free