Meaning of νομομηχανικός | Babel Free
/no.mo.mi.xa.niˈkos/Ορισμοί
μηχανικός ο οποίος έχει υπό την επίβλεψή του τα τεχνικά έργα που πραγματοποιούνται από το δημόσιο σε επίπεδο νομού
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.