Meaning of νοικοκυρεύομαι | Babel Free
/ni.ko.ciˈɾe.vo.me/Ορισμοί
- σταματώ τις σπατάλες, διαχειρίζομαι με σύνεση τα οικονομικά μου
- δημιουργώ τη δική μου οικογένεια
- ζω οικογενειακή ζωή
Ισοδύναμα
English
settle down
Παραδείγματα
“※ Θέλω να νοικοκυρευτώ, όχι σπίτωμα αλλά στεφάνωμα. (Γιάννης Γουδέλης, Μικρή μετανάστευση σε μεγάλη ηλικία)”
“※ Θα'ρχεται σε μας στη σχόλη του, τ'απομεσήμερο του Σαββάτου - να νοικοκυρεύεται κομμάτι και να τρώει ένα πιάτο σπιτικό φαΐ (Χριστίνα Πουλίδου, Ανω Κάτω, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.