HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of νοικοκυρεύομαι | Babel Free

Verb CEFR C2
/ni.ko.ciˈɾe.vo.me/

Ορισμοί

  1. σταματώ τις σπατάλες, διαχειρίζομαι με σύνεση τα οικονομικά μου
  2. δημιουργώ τη δική μου οικογένεια
  3. ζω οικογενειακή ζωή

Ισοδύναμα

English settle down

Παραδείγματα

“※ Θέλω να νοικοκυρευτώ, όχι σπίτωμα αλλά στεφάνωμα. (Γιάννης Γουδέλης, Μικρή μετανάστευση σε μεγάλη ηλικία)”
“※ Θα'ρχεται σε μας στη σχόλη του, τ'απομεσήμερο του Σαββάτου - να νοικοκυρεύεται κομμάτι και να τρώει ένα πιάτο σπιτικό φαΐ (Χριστίνα Πουλίδου, Ανω Κάτω, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See νοικοκυρεύομαι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course