Meaning of νοικοκυρευτεί | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νοικοκυρεύομαι
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοικοκυρεύομαι
- θα νοικοκυρευτεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος νοικοκυρεύομαι
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.