HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

νιτρώδης

Επίθετο CEFR B2

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με το άζωτο ή αναφέρεται σ’ αυτό
  2. νιτρώδη: τα άλατα του νιτρώδους οξέος

Ισοδύναμα

EnglishNitrous
Españolnitroso
7 more languages
Българскиазотист
Catalànitrós
Češtinadusitý
Cymraegnitrus
Italianonitroso
Polskiazotawy

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη νιτρώδης σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free