Σημασία του Νικολάου | Babel Free
ni.koˈla.uΟρισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
-
γενική ενικού του Νικόλαος genitive, singular
Ισοδύναμα
Български
Нико́лов
Dansk
Nielsen
Ελληνικά
Νικολαΐδης
English
Nicholson
Հայերեն
Նիկողոսյան
Norsk
Nilsen
Polski
Mikołajewicz
Shqip
Nikolli
Svenska
Nilsson
Українська
Миколе́нко
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free