HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του Νικολάου | Babel Free

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B2
ni.koˈla.u

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  3. γενική ενικού του Νικόλαος
    genitive, singular

Ισοδύναμα

Български Нико́лов
Dansk Nielsen
Ελληνικά Νικολαΐδης
English Nicholson
Հայերեն Նիկողոսյան
Nederlands Claessen classen Klaasen Klaassen
Norsk Nilsen
Polski Mikołajewicz
Română Colescu Nicolescu
Shqip Nikolli
Svenska Nilsson
Українська Миколе́нко

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη Νικολάου σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free