Meaning of νεο- | Babel Free
Ορισμοί
- πρόθημα που δηλώνει ότι το δεύτερο συνθετικό
- δημιουργήθηκε πρόσφατα
- βρίσκεται σε μεταγενέστερη φάση ή περίοδο
Παραδείγματα
“νεογέννητος”
“νεόπλουτος”
“νεάργυρος”
“νεορεαλισμός”
“νεολιθκός”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.