νεκροφόρα
Ορισμοί
αυτοκίνητο (ή παλιότερα άμαξα) που έχουν τα γραφεία τελετών, ειδικά διασκευασμένο για τη μεταφορά του νεκρού στο νεκροταφείο
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Η νεκροφόρα πέρασε αργά μπροστά από την εκκλησία.”
The hearse passed slowly in front of the church.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free