Meaning of ναυαγιαιρεσία | Babel Free
/na.va.ʝi.e.reˈsi.a/Ορισμοί
ειδική ναυτική επιχείρηση με την οποία επιχειρείται η διάσωση ή ανέλκυση πλοίου, που ναυάγησε ή βούλιαξε, ή του φορτίου του, με νομικές συνέπειες ως προς τα δικαιώματα διάσωσης
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.