Meaning of νανό- | Babel Free
/na.no/Ορισμοί
- πρώτο συνθετικό που δίνει στη σύνθετη λέξη τη σημασία
- του πολύ μικρού, του μικροσκοπικού
- ότι κάποιο μέρος του σώματος είναι συγκριτικά με τα υπόλοιπα πολύ μικρότερο
- ότι η σύνθετη λέξη είναι το ένα δισεκατομμυριοστό αυτού που δηλώνει το β’ συνθετικό
Παραδείγματα
“νανο- (nano-) + κύκνος (kýknos, “swan”) → νανόκυκνος (nanókyknos, “Bewick's swan”)”
“νανοτεχνολογία, νανοϋλικό”
“νανόσωμος”
“νανοκεφαλία”
“νανοδευτερόλεπτο”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.