Meaning of Νίγηρ | Babel Free
/ˈni.ʝiɾ/Ορισμοί
- ποταμός της Δυτικής Αφρικής, παλαιότερη γραφή (στην καθαρεύουσα) της λέξης Νίγηρας
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο) αρσενικό ή θηλυκό
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.