νάρκωσες
Ορισμοί
β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναρκώνω
Παραδείγματα
“Ο γιατρός σε νάρκωσες πριν από την επέμβαση.”
The doctor put you under anesthesia before the operation.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free