HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μώλος | Babel Free

Noun masculine CEFR B1
/ˈmo.los/

Ορισμοί

  1. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  2. άλλη γραφή του μόλος
  3. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Μώλου)

Ισοδύναμα

English Pier

Παραδείγματα

“※ Στο «Παλαιό» λιμάνι, η θέση του οποίου συμπίπτει με του αρχαίου λιμένα, εντοπίστηκε αρχαίος κυματοθραύστης επί του οποίου σώζεται τμήμα μώλου βυζαντινών χρόνων (Αρχαιολογικόν δελτίον, τόμος 67, μέρος 2, τεύχος 2, 2012, σελ. 853)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μώλος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course