Meaning of μωλωπιστεί | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μωλωπίζομαι
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μωλωπίζομαι
- θα μωλωπιστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μωλωπίζομαι
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.