Meaning of μωλωπιστείτε | Babel Free
Ορισμοί
- β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μωλωπίζομαι
- θα μωλωπιστείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μωλωπίζομαι
- β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μωλωπίζομαι
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.