Meaning of μπουρμπουλήθρα | Babel Free
Ορισμοί
- φυσαλίδα (με χαρακτηριστικό ήχο όταν σκάει)
-
κοτσάνα, βλακεία αέρας κοπανιστός figuratively
Παραδείγματα
“κόντεψε να πνιγεί! έβγαζε μπουμπουλήθρες!”
“άρχισες πάλι τις μπουρμπουλήθρες σου!”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.