Meaning of Μπουρμπούλια | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Μπουρμπούλιας)
- ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό, έθιμο της περιόδου του καρναβαλιού στην Πάτρα
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.