HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μπουζούκι | Babel Free

Noun CEFR B2
/buˈzu.ci/

Ορισμοί

  1. έγχορδο μουσικό όργανο με τρεις ή τέσσερις διπλές χορδές
  2. μπουζούκια: ορχήστρα που περιέχει ως σολιστικό όργανο το μπουζούκι
  3. μπουζούκια: το νυχτερινό κέντρο διασκέδασης
  4. άνθρωπος βλάκας
    figuratively

Ισοδύναμα

English bouzouki

Παραδείγματα

“※ Οι μάγκες αποκαλούν κωλάδικα εκείνα τα άνοστα κέντρα διασκεδάσεως, όπου παίζουν διάφορες βεντέτες του μπουζουκιού. […] Μέσα σε ελάχιστα χρόνια το κωλάδικο επέβη το κατ' εξοχήν κέντρο διασκεδάσεως των κώλων, τουτέστιν των μπουρζουάδων”
“θέλω στα μπουζούκια απόψε να με πας (από λαϊκό τραγούδι)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μπουζούκι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course