Meaning of μπουζούκι | Babel Free
/buˈzu.ci/Ορισμοί
- έγχορδο μουσικό όργανο με τρεις ή τέσσερις διπλές χορδές
- μπουζούκια: ορχήστρα που περιέχει ως σολιστικό όργανο το μπουζούκι
- μπουζούκια: το νυχτερινό κέντρο διασκέδασης
-
άνθρωπος βλάκας figuratively
Ισοδύναμα
English
bouzouki
Παραδείγματα
“※ Οι μάγκες αποκαλούν κωλάδικα εκείνα τα άνοστα κέντρα διασκεδάσεως, όπου παίζουν διάφορες βεντέτες του μπουζουκιού. […] Μέσα σε ελάχιστα χρόνια το κωλάδικο επέβη το κατ' εξοχήν κέντρο διασκεδάσεως των κώλων, τουτέστιν των μπουρζουάδων”
“θέλω στα μπουζούκια απόψε να με πας (από λαϊκό τραγούδι)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.