Meaning of μπογάζι | Babel Free
/boˈɣazi/Ορισμοί
- πορθμός
- οικισμός της Κύπρου στο κατεχόμενο από τους Τούρκους τμήμα της (Καρπασία, Επαρχία Αμμοχώστου)
- στενό (θαλάσσιο) πέρασμα
- στενό, δίαυλος, μπούκα
- ρεύμα αέρα που φυσάει σ' ένα στενό πέρασμα
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.