Meaning of μπεκρής | Babel Free
/beˈkɾis/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
-
άνθρωπος που μεθάει πίνοντας αλκοολούχα ποτά offensive
Ισοδύναμα
English
drunk
Παραδείγματα
“※ Κι ένας απένταρος μπεκρής έξω απ’ το ταβερνάκι / συλλογισμένος κάθεται στο χαμηλό πορτάκι.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.