Meaning of μπαλαούρο | Babel Free
Ορισμοί
- : αποθήκη υλικών καταστρώματος και εξαρτισμού πλοίου που βρίσκεται στο πρόστεγο ή την πλώρη.
- σε πολεμικό πλοίο, από εποχής ιστιοφόρων, χώρος απομόνωσης ή κράτησης.
-
κρατητήριο figuratively
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.