Meaning of μπαγιατεύω | Babel Free
Ορισμοί
- γίνομαι μπαγιάτικος, δεν είμαι πια φρέσκος, δεν έχω την ποιότητα (πχ την καλή γεύση, την υφή) που είχα
-
είμαι παλιός πια, όχι επίκαιρος (πχ για ειδήσεις) figuratively
Παραδείγματα
“τα παξιμάδια και τα μπισκότα δεν μπαγιατεύουν όπως το ψωμί”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.