HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μπαγιατεύω | Babel Free

Verb CEFR B2

Ορισμοί

  1. γίνομαι μπαγιάτικος, δεν είμαι πια φρέσκος, δεν έχω την ποιότητα (πχ την καλή γεύση, την υφή) που είχα
  2. είμαι παλιός πια, όχι επίκαιρος (πχ για ειδήσεις)
    figuratively

Παραδείγματα

“τα παξιμάδια και τα μπισκότα δεν μπαγιατεύουν όπως το ψωμί”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μπαγιατεύω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course