Meaning of μπαγιατέψει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπαγιατεύω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαγιατεύω
- θα μπαγιατέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μπαγιατεύω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.