HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μπάζω | Babel Free

Verb CEFR B1
/ˈba.zo/

Ορισμοί

  1. βάζω σε κλειστό χώρο
    familiar
  2. μπαίνω
    familiar
  3. επιτρέπω να περνάει ο αέρας, το νερό ή κάτι άλλο, από κάποιο σημείο που είναι τρύπιο (κυριολεκτικά ή μεταφορικά)
    especially

Ισοδύναμα

English shrink

Παραδείγματα

“※ Οι επισκέπτες όμως ήρθανε. Τους έμπασε στο μεγάλο σαλόνι η καμαριέρα. (Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ (1990) Οι επισκέψεις [διήγημα])”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μπάζω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course