Meaning of μπάζω | Babel Free
/ˈba.zo/Ορισμοί
-
βάζω σε κλειστό χώρο familiar
-
μπαίνω familiar
-
επιτρέπω να περνάει ο αέρας, το νερό ή κάτι άλλο, από κάποιο σημείο που είναι τρύπιο (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) especially
Ισοδύναμα
English
shrink
Παραδείγματα
“※ Οι επισκέπτες όμως ήρθανε. Τους έμπασε στο μεγάλο σαλόνι η καμαριέρα. (Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ (1990) Οι επισκέψεις [διήγημα])”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.