Meaning of μούλκι | Babel Free
/ˈmul.ci/Ορισμοί
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- ακίνητο ή κινητό περιουσιακό στοιχείο απόλυτης κυριότητας σε αντιδιαστολή με το βακούφιο
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.