Σημασία του μουρδουλώνω | Babel Free
muɾ.ðuˈlo.noΟρισμοί
- θέτω κάτι σε ακαταστασία, χαλάω, μπερδεύω, καταστρέφω, λερώνω
- γρυλίζω υπόκωφα σαν την αρκούδα
- επισκευάζω κάτι πρόχειρα, τακτοποιώ όπως όπως, κάνω κάτι όχι καλά
Παραδείγματα
“Ξεπεσομένος άρχοντας, ζωντανοκολασμένος, λιοντάρι ψόφιο, χαρτί μουρδουλωμένο — 1876 Παροιμία από τους Ιονίους Νήσους @searchculture.gr”
“Εσείς το μουρδουλέψατε; —Όχι ήταν ήδη μουρδουλωμένο από πριν. — 2022 God of War Ragnarök, ελληνική μεταγλώττιση [παράφραση]”
“Το ΄δωκα στη μοδίστρα να το διορθώσει και το μουρδούλωσε. — Πανταζής Κοντομίχης, Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος”
“Ήτανε χρέπιο, το μουρδούλωσα δωχάμου. — 2022 Βασιλιτσιώτικη ντοπιολαλιά”
“Ακείνα τα ψηλά ραχά ντο έχ’ν και μουρδουλίζ’νε; — Ο Χάρον έρθεν και δαβαίν’ με τ’ εκεινού τ’ ασκέρα. — 2024 Μαθαίνω ποντιακά: Γνωρίζετε ποιος είναι ο μουρδουλέας;, 14/02/2024”
“άλλες μορφές: μουρδουλίζω”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free