Meaning of μολότοφ | Babel Free
/moˈlo.tof/Ορισμοί
- είδος αυτοσχέδιας βόμβας, που παρασκευάζεται μ' ένα μπουκάλι, το οποίο περιέχει βενζίνη ή άλλο εύφλεκτο υγρό
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.