μολότοφ
Ορισμοί
- είδος αυτοσχέδιας βόμβας, που παρασκευάζεται μ' ένα μπουκάλι, το οποίο περιέχει βενζίνη ή άλλο εύφλεκτο υγρό
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Ισοδύναμα
22 more languages
Esperantobrulbotelo
EestiMolotovi kokteil
فارسیکوکتل مولوتف
MagyarMolotov-koktél
ՀայերենՄոլոտովի կոկտեյլ
Italianobomba Molotov
ქართულიმოლოტოვის კოქტეილი
한국어화염병
Nederlandsmolotovcocktail
Polskikoktajl Mołotowa
Portuguêscoquetel Molotov
Русскийкоктейль Молотова
SlovenčinaMolotovov koktail
TürkçeMolotof kokteyli
Українськакокте́йль Мо́лотова
中文燃燒瓶
Παραδείγματα
“Οι διαδηλωτές πέταξαν μια μολότοφ στους αστυνομικούς.”
The protesters threw a Molotov cocktail at the police.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free