Meaning of Μοζάρτος | Babel Free
/moˈzaɾ.tos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο γερμανικής προέλευσης
-
ο Βόλφγανγκ Αμαντέους Μότσαρτ (Γερμανός συνθέτης κλασικής μουσικής) especially
Παραδείγματα
“※ Εἰς τὰ μουσεῖα σήπονται κονιορτώδεις γραῖαι | κ' οἱ ἐμπνευσμένοι δεξιὰν ἐκτείνουσιν ἀπόρου· | ἀντὶ τοῦ Οὔγγου, ὁ Ζολᾶ – ἡ μοῦσα τοῦ βορβόρου· | ἀντὶ Μοζάρτου, ψίθυρον ἀψύχων ἤχων εὗρον, | βωμολοχίαν μουσικῆς, γαργάλισμα τῶν νεύρων...”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.