Meaning of μισηθεί | Babel Free
/mi.siˈθi/Ορισμοί
- απαρέμφατο παθητικού αορίστου του μισώ
- γ΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου παθητικού αορίστου του μισώ
Παραδείγματα
“να, ας, αν, ίσως μισηθεί (υποτακτική αορίστου)”
“θα μισηθεί (παθητικός στιγμιαίος μέλλοντας)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.