Meaning of μισήσει | Babel Free
/miˈsi.si/Ορισμοί
- απαρέμφατο ενεργητικού αορίστου του μισώ
- γ΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου του μισώ
Παραδείγματα
“να, ας, αν, ίσως μισήσει (υποτακτική αορίστου)”
“θα μισήσει (ενεργητικός στιγμιαίος μέλλοντας)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.