μηχανάκι
Ορισμοί
- μοτοποδήλατο
- μικρός υπολογιστής τσέπης που μπορεί να εκτελεί αριθμητικές πράξεις
-
το φλιπεράκι dated
Ισοδύναμα
25 more languages
Catalàciclomotor
Češtinamoped
Danskknallert
Ελληνικάμοτοποδήλατο
Esperantomopedo
Gaeilgemóipéid
Bahasa Indonesiabrompit
Íslenskaskellinaðra
ქართულიმოპედი
Қазақ тілімопед
한국어모페드
Kurdîbike
Portuguêsciclomotor
Русскиймопед
Türkçemobilet
Українськамопед
Παραδείγματα
“Αγόρασε ένα καινούριο μηχανάκι για τις μετακινήσεις του.”
He bought a new moped for his commutes.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free