Meaning of μεϊντάνι | Babel Free
/mei̯ˈda.ni/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
-
υπαίθρια ανοιχτή έκταση σε κατοικημένη περιοχή ή κοντά σε αυτή vulgar
-
σε κοινή θέα, εκεί που όλοι μπορούν να τον δουν figuratively, vulgar
Παραδείγματα
“※ Βάνουν φωτιὰ στὰ Γιάννενα σὲ δύο τρία μέρη,/καὶ τὰ μισὰ τὰ Γιάννενα καίγουνται χέρι χέρι./Πάνω σαράγι μαχαλὲς, Γιαννίνου τὸ καμάρι,/Μαρούτζη καὶ ἡ μητρόπολη, καὶ τὄμορφο παζάρι,/τρεῖς ἐκκλησιές, δύο σκολιά, σπίτια, σαράγια φῖνα,/σιμὰ ἀπὸ τὸν πλάτανο κὶ ὡς στὴν Ἁγιομαρῖνα,/ὅλα μεϊντάνι γείνανε, κάμπος γιὰ το σεφέρι,/γιὰ νὰ μήν κρύβεταί τινας, νὰ φαίνεται τἀσκέρι. - Ανωνύμου, Θρῆνος τοῦ ἐκ Τεπελενίου Ἀλῆ, Πασᾶ τῶν Ἰωαννίνων (1830).”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.