HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μετρημένος | Babel Free

Verb feminine CEFR B2
/me.tɾiˈme.nos/

Ορισμοί

  1. που τον έχουν μετρήσει
  2. ολιγάριθμος, μικρό πλήθος
    plural
  3. που τον έχουν σκεφτεί από πριν καλά, υπολογισμένος
  4. χωρίς πολλές ανέσεις ή υπερβολές

Ισοδύναμα

English sober

Παραδείγματα

“Είναι βαριά άρρωστος, κι οι μέρες του μετρημένες.”
“Τα λόγια σου να είναι λίγα και μετρημένα!”
“Πέρασε με το μισθό του μια μετρημένη ζωή.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μετρημένος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course