Meaning of μετρημένος | Babel Free
/me.tɾiˈme.nos/Ορισμοί
- που τον έχουν μετρήσει
-
ολιγάριθμος, μικρό πλήθος plural
- που τον έχουν σκεφτεί από πριν καλά, υπολογισμένος
- χωρίς πολλές ανέσεις ή υπερβολές
Ισοδύναμα
English
sober
Παραδείγματα
“Είναι βαριά άρρωστος, κι οι μέρες του μετρημένες.”
“Τα λόγια σου να είναι λίγα και μετρημένα!”
“Πέρασε με το μισθό του μια μετρημένη ζωή.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.